Υπάρχουν κάποιες ημερομηνίες που μας σημαδεύουν. Μια τέτοια είναι η 26η Ιανουαρίου. Η έκκληση του Συλλόγου Συγγενών θυμάτων του εγκλήματος των Τεμπών για Δικαιοσύνη κινητοποίησε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Η φράση «Δεν έχω οξυγόνο» έγινε η συμπύκνωση της ασφυκτικής πραγματικότητας που βιώνουμε σε πολλά επίπεδα. Ένα κάλεσμα που ξεκίνησε από το Σύνταγμα, μέσα σε τρεις μόλις μέρες απλώθηκε σε 199 σημεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Η μαζικότητα ξάφνιασε κι εμάς που ήμασταν εκεί, πόσο μάλλον την κυβέρνηση και τους μηχανισμούς της.
Ένα αυθόρμητο ποτάμι οργής
Όταν έχεις συνηθίσει στις ακριβοπληρωμένες εκστρατείες «ενημέρωσης», προφανώς και δεν μπορείς να καταπιείς εύκολα ότι μια χούφτα άνθρωποι, άγνωστοι μεταξύ τους μέχρι πρότινος, με εντελώς διαφορετική προέλευση ή αφετηρία, μπορούν να γκρεμίσουν την ειδυλλιακή επικοινωνιακή σου εικόνα. Ότι μπορεί να επιμείνουν, ενάντια σε κάθε αντιξοότητα. Δεν μπορείς να καταλάβεις, εντέλει, ότι υπάρχουν σημαντικότερα πράγματα στη ζωή από το χρήμα.
Ειλικρινά όμως, είδαν οι επαγγελματίες προπαγανδιστές της ΝΔ μια εξέδρα 2×3, με πανό ζωγραφισμένο στο χέρι, ηχητικά που δεν κάλυπταν ούτε το 1/10 των συγκεντρωμένων και αυτό τους έμοιασε «επαγγελματική δουλειά»; Πολύ αμφιβάλλω.
Πρόβαλαν αυτό το επιχείρημα στην μάταιη προσπάθειά τους να βρουν «υποκινητές» ή «σκοτεινές δυνάμεις» (κάποιος ανακάλυψε ακόμη και δάχτυλο του… Πούτιν από το γεγονός ότι συμμετείχαν στο Σύνταγμα, με πλακάτ για το Νόβισαντ, Σέρβοι που ζουν στην Ελλάδα!) πίσω από την κινητοποίηση που ανάγκασε σε αναδίπλωση τον Πρωθυπουργό. Προσπάθησαν να βρουν μια βολική εξήγηση για το γιατί η επιμονή των συγγενών και η οργή του πλήθους μπορεί μέσα σε λίγες ώρες να διαλύσει τον δικό τους επαγγελματικό και καλολαδωμένο μηχανισμό προπαγάνδας.
Δεν ήταν όμως ούτε ο Δημήτρης με τα αφισάκια του, ούτε ο Ανδρέας με τον ιστότοπο, ο Παναγιώτης με τον διαδραστικό χάρτη, ο Άλεξ που ζωγράφισε το πανό, η Αλεξία που έψαχνε τις πόλεις με συγκεντρώσεις, ο Παναγιώτης και ο Θανάσης με τα ηχητικά, ο Τάσος και η Μαργαρίτα στα μικρόφωνα, ο Αλέξανδρος και ο Παναγιώτης με τις κάμερες και ο Τάσος στο γενικό τρέξιμο, ούτε καν οι τρεις μέρες του καλέσματος, που έφεραν τον πολιτικό σεισμό της Κυριακής 26 Ιανουαρίου.
Ήταν η συνεχής υποτίμηση της νοημοσύνης και η προσβολή της ενσυναίσθησης όσων άκουσαν ή διάβασαν το ηχητικό με τις τελευταίες στιγμές των παιδιών στα πρώτα βαγόνια. Ήταν η επίγνωση ότι σε ένα ακόμη σκάνδαλο, μετά από εκείνο των υποκλοπών, η κυβέρνηση σπεύδει να καλύψει κάποιον ή κάποιους, λέγοντας αδιανόητα ψέματα.
Ήταν η οργή γιατί δυο χρόνια μετά τα Τέμπη, όποιος χρησιμοποιεί όχι μόνο το τρένο, αλλά κάθε μέσο μαζικής μεταφοράς, γνωρίζει ότι συνεχίζει να ζει από τύχη. Ήταν, ακόμη περισσότερο, η αλληλεγγύη στους συγγενείς που αναζητούν δικαίωση για τους ανθρώπους που έχασαν. Ήταν το αίτημα για αλήθεια και δικαιοσύνη που συμπυκνώθηκε στο αίτημα για «οξυγόνο».
Ούτε το κέρδος, ούτε το κόστος
Πολλά από όσα είχαν θεωρήσει ως δεδομένα η κυβέρνηση και ο προπαγανδιστικός της μηχανισμός, πήγαν περίπατο την περασμένη Κυριακή. Η κυβέρνηση θεωρούσε δεδομένο ότι παίζει χωρίς αντίπαλο στο πολιτικό σκηνικό. Η ανεπαρκής κοινοβουλευτική αντιπολίτευση έδινε στη ΝΔ την εικόνα ότι έχει την πλήρη πρωτοβουλία των πολιτικών κινήσεων. Η κοινωνική αντιπολίτευση, όμως, μπορεί να πάρει πολλούς δρόμους -κι αυτή τη φορά ακολούθησε την έκκληση των συγγενών. Κανένα πολιτικό κόμμα, ούτε η ΝΔ, δεν μπορεί να οργανώσει τόσο μαζικές συγκεντρώσεις σε όλη τη χώρα. Κι όμως, ένα κάλεσμα που βγήκε από τους συγγενείς των θυμάτων κατάφερε μέσα σε τρεις μέρες να πάρει διαστάσεις χιονοστιβάδας και να δημιουργήσει ένα πολιτικό γεγονός πολύ μεγαλύτερο από όσο μπορούσε να αντέξει η κυβέρνηση.
Η κυβέρνηση θεωρούσε δεδομένο ότι παίζει μπάλα μόνη της στα ΜΜΕ. Πως αν αποσιωπήσει ένα γεγονός, αυτό θα εξαφανιστεί από τη δημόσια σφαίρα. Κι όμως, ήταν τέτοιο το μήνυμα και το πλήθος, ήταν τόσες οι συγκεντρώσεις σε όλη τη χώρα, που δεν είχε ανάγκη καμία προβολή από τα ΜΜΕ για να φτάσει παντού.
Η κυβέρνηση θεωρούσε δεδομένο ότι είχε μια τεχνογνωσία συγκάλυψης που «πέρναγε» στην κοινωνία. Την ίδια τεχνογνωσία εφάρμοσε και στην υπόθεση των υποκλοπών. Κι όμως, η «τεχνογνωσία» (η απόκρυψη της αλήθειας και η μη απόδοση δικαιοσύνης) στην περίπτωση των υποκλοπών (όπως και σε άλλες περιπτώσεις: δολοφονία Καραϊβάζ, δολοφονία Κυριακής Γρίβα, έγκλημα στην Πύλο κ.ά.), παρότι αυτοτελώς δεν προκάλεσαν τέτοια έκρηξη οργής, λειτούργησαν σωρευτικά εναντίον της ως επιβαρυντικοί παράγοντες.
Η κυβέρνηση πίστεψε ότι το εκλογικό ποσοστό του 2023 ήταν απαλλακτικό βούλευμα για κάθε προηγούμενο κρίμα της. Δεν μέτρησε το μήνυμα της υποψηφιότητας Καραμανλή με τα ψηφοδέλτιά της, ούτε την ύβρι να λοιδορεί νεκρούς, την αλαζονεία να προσβάλλει συγγενείς ή να «εξαφανίζει» πολιτικές ευθύνες με την «γουρλίδικη» εξεταστική επιτροπή της κοινοβουλευτικής ομάδας της ΝΔ που χειροκροτούσε όρθια τον μοιραίο πρώην Υπουργό.
Η κυβέρνηση ήταν σίγουρη ότι το έγκλημα των Τεμπών θα μπορούσε να ξεχαστεί. Ή έστω να χαθεί στον κυκεώνα μεταξύ ανακριτών, χαμένων τεκμηρίων και εξαφανισμένων δικογραφιών. Ξεχνά όμως ότι το τραύμα των Τεμπών είναι παρόν και στοιχειώνει την καθημερινότητα όλων μας σε τρένα χωρίς φανάρια και τηλεδιοίκηση, σε μετρό που σταματά στις σήραγγες, σε ηλεκτρικό που ταξιδεύει με ανοιχτές πόρτες, σε άθλιους συρμούς στον προαστιακό, σε πανάκριβα πλοία που χάνουν τις άγκυρές τους.
Η κυβέρνηση πίστευε ότι η Σερβία κείται μακράν. Κι όμως, η παραίτηση του πρωθυπουργού της Σερβίας, υπό το βάρος των εκεί καθημερινών κινητοποιήσεων, λειτούργησαν σαν πυξίδα και σαν παρακίνηση. Όπως οι πλατείες των αγανακτισμένων της Ισπανίας, 14 χρόνια πριν, λειτούργησαν ως το έναυσμα για το σπουδαίο κίνημα των πλατειών στην Ελλάδα.
Η κυβέρνηση πίστευε στ’ αλήθεια ότι «ο δρόμος» έχει τελειώσει στη χώρα μας. Ότι οι πολίτες θα εγκαλούνται πλέον μόνο ως ψηφοφόροι μία φορά στα τέσσερα χρόνια για να διαλέξουν το κόμμα με την καλύτερη επικοινωνιακή διαχείριση. Άλλωστε, επένδυσε τόσο στην «ατομική ευθύνη» και στον ωχαδερφισμό. Επένδυσε τόσο πολύ στο ότι το μόνο που πρέπει να νοιάζει τους πολίτες είναι τα χρήματα. Και βρέθηκε απροετοίμαστη.
Ο βασιλιάς ήταν γυμνός
Μέσα σε μια μέρα, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι σχεδόν βουβοί τρόμαξαν την κυβέρνηση, τα ΜΜΕ και κάθε εξουσία. Γκρέμισαν την εικόνα ισχύος που σχολαστικά οικοδομούσαν. Απέδειξαν ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός, δρομολογώντας εξελίξεις.
Μια χούφτα μανάδες, πατεράδες, αδερφές, σύζυγοι, φίλοι, επιζώντες και επιζώσες, άνθρωποι που δεν είναι ούτε ήθελαν ποτέ να γίνουν «πολιτικοί», προκάλεσαν το πλέον πολιτικό συμβάν. Ζητώντας μόνο δικαιοσύνη για τις ζωές όλων μας.
Η κινητοποίηση αυτή λειτούργησε όμως και σε ένα άλλο επίπεδο. Λειτούργησε ως κάθαρση για όλους εμάς που συμμετείχαμε. Σε μια εποχή μειωμένων προσδοκιών, που το υλικό κέδρος παρουσιάζεται ως ο μόνος αποδεκτός ορίζοντας των επιδιώξεών μας, ατομικών ή συλλογικών, οι εκατοντάδες χιλιάδες που κατεβήκαμε στο δρόμο για κάτι που, σε πρώτο επίπεδο, δεν ήταν «δικό μας», λειτούργησε καθαρτικά για τη συνείδησή μας. Ακόμη και τα δάκρυα στα μάτια μας ήταν καθαρτικά.
Ο καθένας από μας αισθάνθηκε ως δικό του χρέος να βρεθεί εκεί για να στηρίξει τους συγγενείς. Για να τους πει ότι δεν είναι μόνοι. Ο καθένας από μας, η καθεμία από τις εκατοντάδες χιλιάδες, θα κατέβαινε τελικά στο Σύνταγμα την Κυριακή 26.1 ακόμη κι αν ήταν ο μόνος άνθρωπος κάτω από την εξέδρα.
Το ότι ήμασταν εκατοντάδες χιλιάδες σε όλη τη χώρα ήταν η δύναμη που χρειαζόμασταν. Ήταν η υπενθύμιση ότι παραμένουμε άνθρωποι με ενσυναίσθηση, ήταν ένας καθρέφτης μέσα στον οποίο είδαμε τους εαυτούς μας με θέληση για αλληλεγγύη και ζωή. Όπως έγραψε και ένας χρήστης του bluesky: «Κατέβηκα για να δώσω δύναμη στους συγγενείς των θυμάτων και πήρα δύναμη ο ίδιος».
Εκτός από δύναμη, ας οπλιστούμε και με επιμονή, γιατί ο δρόμος είναι μακρύς.
Δημοσιεύτηκε στο untold.gr στις 4.2.2025
26η Ιανουαρίου: Ο καθρέφτης που είδαμε τους εαυτούς μας με θέληση για αλληλεγγύη και ζωή
Φωτογραφία: chaos.of.light